ἔμφραγμα

ἔμ-φραγμα, ατος, τό, ([etym.] ἐμφράσσω)
A barrier, obstacle, Isoc.7.40, Plu.2.745f (pl.).
2 wooden framework, casing, in pl., Ph.Bel.66.47.
3 pl., impacted faeces, Archig. ap. Aët.6.27.
4 impaction of foetus, Hp.Oct.10.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔμφραγμα — barrier neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έμφραγμα — Νέκρωση ενός ιστού που οφείλεται σε διακοπή ή ελάττωση της αρτηριακής αιμάτωσής του. Το αίτιο συνίσταται στην απόφραξη μιας αρτηρίας από θρόμβωση, εμβολή ή κοκκιωματώδη επεξεργασία των τοιχωμάτων της. Το έ. επέρχεται όταν η αρτηρία που έχει… …   Dictionary of Greek

  • έμφραγμα — το, ατος 1. ό,τι χρησιμεύει για φράξιμο τρύπας, ανοίγματος, διάβασης, το βούλωμα, στούπωμα. 2. (ιατρ.), νεκρωτική βλάβη των ιστών, που οφείλεται σε κυκλοφοριακή διαταραχή. 3. ειδικό μείγμα με το οποίο σφραγίζονται οι τρύπες των δοντιών, το… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐμφραγμάτων — ἔμφραγμα barrier neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμφράγμασι — ἔμφραγμα barrier neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμφράγματα — ἔμφραγμα barrier neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμφράγματος — ἔμφραγμα barrier neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έντερο — Το τμήμα του πεπτικού σωλήνα που περιλαμβάνεται μεταξύ του στομάχου και του δακτυλίου του πρωκτού. Διακρίνεται σε λεπτό έ., που αρχίζει από τον πυλωρικό σφιγκτήρα και απολήγει στην ειλεοτυλφική βαλβίδα, το οποίο είναι υπεύθυνο για το μεγαλύτερο… …   Dictionary of Greek

  • καρδιά — Μυώδες κοίλο όργανο με τέσσερις χώρους, η λειτουργία του οποίου είναι θεμελιώδης για την κυκλοφορία του αίματος, καθώς παραλαμβάνει το αίμα από τις φλέβες και ως αντλία το τροφοδοτεί στις αρτηρίες. Η κ. του ανθρώπου βρίσκεται στο πρόσθιο μέσο… …   Dictionary of Greek

  • στηθάγχη — (Ιατρ.) Σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από ξαφνικό και έντονο πόνο στο θώρακα, πίσω από το στέρνο ή στην περιοχή του αριστερού μαστού, που επεκτείνεται συνήθως στον ώμο και στο αριστερό άνω άκρο, μικρής διάρκειας (λίγα δευτερόλεπτα), συνοδευόμενο… …   Dictionary of Greek

  • Tobacco packaging warning messages — Smoking warning on the back of a cigarette pack, in Australia Tobacco packaging warning messages are health warning messages that appear on the packaging of cigarettes and other tobacco products. They have been implemented in an effort to enhance …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.